επιστροφή

Όσο μεγαλώνω οι φόβοι και οι ανησυχίες μου αυξάνονται. Πρώτα σκέφτομαι το σώμα που γερνάει, τη φθαρτότητα της ύπαρξης, το ότι ερχόμαστε και φεύγουμε και όλα διαρκούν όσο μια ανάσα.

Μετά με πιάνουν οι σκέψεις της μητρότητας. Ρωτάω τη μαμά μου πώς μπορεί να ζει με την αγωνία ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να πάθω κάτι. Τι σκεφτόταν όταν με άφηνε στο σχολείο, όταν μας πήγαιναν εκδρομή με το λεωφορείο, όταν ήμουν στην κατασκήνωση. Τι σκέφτεται τώρα όταν οδηγάω, όταν ταξιδεύω με αεροπλάνο, όταν της λέω ότι πονάω κάπου, όταν γυρίζω μόνη μου τη νύχτα. Τη ρωτάω τι θα κάνω αν αποκτήσω παιδιά, πώς θα αντέξω όλη αυτήν την αγωνία, τι θα γίνει αν το παιδί μου πεθάνει.

Εκείνη κουνάει τους ώμους της και μου λέει να αλλάξω κουβέντα. Καμιά φορά πετάει ένα «μαθαίνεις να ζεις με αυτήν την αγωνία» ή «δεν το ξεπερνάς ποτέ» και σηκώνεται να πλύνει τα πιάτα. Η Ελένα, που ψάχνει να βρει το πώς και το γιατί πέθανε η κόρη της, συνομίλησε με αυτούς τους φόβους μου. Έχοντας ένα σώμα που την έχει εγκαταλείψει, χτυπημένο από το Πάρκινσον, πονεμένο και αργοκίνητο ξεκινάει από το σπίτι της για να φτάσει σε έναν άνθρωπο που ίσως την βοηθήσει να μάθει πώς τελικά πέθανε η κόρη της.